|
«Τρία χρόνια από το έγκλημα στα Τέμπη – Δεν θα συνηθίσουμε, δεν θα σιωπήσουμε» |
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ καλεί σε μαζική, αγωνιστική συμμετοχή στο συλλαλητήριο για τα τρία χρόνια από το έγκλημα στα Τέμπη, το Σάββατο 28 Φλεβάρη 2026, στις 12:00, στην Πλατεία Συντάγματος και σε όλες τις συγκεντρώσεις, μαζί με τον Σύλλογο Συγγενών Θυμάτων Τεμπών, την ΑΔΕΔΥ, το ΕΚΑ και τα σωματεία του Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα.
Τρία χρόνια μετά τη νύχτα που 57 άνθρωποι, κυρίως νέα παιδιά, χάθηκαν στην «κοιλάδα των Τεμπών», προσπαθούν να μας πείσουν ότι «ολοκληρώθηκε ο κύκλος του πένθους», ότι «ήταν ένα τραγικό ανθρώπινο λάθος» και ότι «προχωράμε». Εμείς, οι εργαζόμενοι, οι γονείς, οι φίλοι, όσοι ανεβαίνουμε κάθε μέρα σε τρένα, λεωφορεία, μετρό, δεν μπορούμε ούτε να ξεχάσουμε ούτε να συνηθίσουμε την ιδέα ότι τα παιδιά μας μπαίνουν σε μέσα μαζικής μεταφοράς και ίσως να μην γυρίσουν ποτέ.
Από την πρώτη στιγμή, ο Σύλλογος Συγγενών Θυμάτων Τεμπών και τα συνδικάτα κατήγγειλαν ότι δεν ήταν «ατύχημα», αλλά προδιαγεγραμμένο έγκλημα: αποτέλεσμα της ιδιωτικοποίησης, της υποστελέχωσης, της διάλυσης των συστημάτων ασφαλείας, της λογικής του κέρδους πάνω από τη ζωή.
Ένα χρόνο μετά, οι ίδιοι οι μηχανοδηγοί δήλωναν ότι ο σιδηρόδρομος είναι «δραματικά χειρότερος», δείχνοντας πως ούτε μετά από 57 νεκρούς δεν έγιναν τα αυτονόητα.
Σήμερα, τα ίδια τα επίσημα πορίσματα επιβεβαιώνουν τους χειρότερους φόβους μας: η έρευνα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ και οι μετρήσεις σε γερμανικό εργαστήριο αποκάλυψαν ότι τα καθίσματα της επιβατικής αμαξοστοιχίας δεν πληρούσαν τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές πυρασφάλειας.
Δηλαδή, οι άνθρωποι που χάθηκαν στα Τέμπη δεν σκοτώθηκαν μόνο από τη σύγκρουση, αλλά και γιατί ταξίδευαν σε βαγόνια–παγίδες, στα οποία οι φλόγες και τα τοξικά αέρια ήταν η αιτία των θανάτων.
Αντί το κράτος και οι εταιρείες να δώσουν εξηγήσεις και να πάρουν όλα τα μέτρα, οι συγγενείς αναγκάστηκαν να καταθέτουν εξώδικα προς τη Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων και τη Hellenic Train, καταγγέλλοντας ολιγωρία και συνέχιση δρομολογίων με ανεπαρκή μέτρα ασφάλειας.
Παράλληλα, ο Σύλλογος Πληγέντων βρέθηκε στο στόχαστρο ελέγχων του ΣΔΟΕ, την ώρα που δίνει τη μάχη να σταθεί ως υποστηρίζων την κατηγορία για τις αλλοιώσεις και τις «εξαφανίσεις» του βιντεοληπτικού υλικού – μια κίνηση που οι ίδιοι οι πληγέντες καταγγέλλουν δικαίως ως απόπειρα εκφοβισμού.
Χαρακτηριστικό σύμβολο αυτής της προσπάθειας κουκουλώματος είναι τα περίφημα βίντεο.
Τεχνικοί σύμβουλοι των οικογενειών και ανεξάρτητες εκθέσεις μιλούν για σοβαρές ενδείξεις αλλοίωσης και επεξεργασίας, για υλικό που δεν υπήρχε αρχικά στη δικογραφία και προστέθηκε εκ των υστέρων, απαιτώντας πλήρη ταυτοποίηση από την Εγκληματολογική.
Αντί για διαφάνεια, βλέπουμε μια ξεχωριστή δίκη για τα «εξαφανισμένα βίντεο» με διακοπές, αντιφάσεις και θολή εικόνα για το τι υλικό υπάρχει, σε ποιον, και σε ποια μορφή.
Στο επίπεδο της Δικαιοσύνης, τρία χρόνια μετά, η εικόνα είναι αυτή ενός πεδίου αντιφάσεων και παρεμβάσεων.
Η εποπτεία της ποινικής δικογραφίας αφαιρέθηκε από την εφέτη ανακρίτρια Λάρισας, ενώ με υπόμνημα προς την ανακρίτρια του Αρείου Πάγου καταγγέλλεται ότι η αφαίρεση έγινε στις πιο κρίσιμες ημέρες.
Την ίδια στιγμή, η Εισαγγελία Λάρισας βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής κριτικής από συγγενείς θυμάτων, όχι μόνο για τις εκταφές αλλά και για την συνολική στάση της.
Γονείς όπως η Μαρία Καρυστιανού καταγγέλλουν δημόσια ότι «τοξικολογικές στα παιδιά μας δεν έγιναν», ότι έπρεπε να επιδώσουν εξώδικα για να οριστούν κατάλληλοι ιατροδικαστές, και ότι το σύστημα φέρεται σαν να «σκότωσαν το παιδί μας και δεν θέλουν να μάθουμε πώς».
Οι πρόσφατες αποφάσεις για μερική ανάκληση τριών εκταφών θυμάτων, λόγω «σοβαρής διαφωνίας» με τις οικογένειες για τον τρόπο και τον τόπο των εξετάσεων, δεν είναι μια ψυχρή νομική λεπτομέρεια. Είναι το σημείο όπου ο γονιός, που έχει ήδη θάψει το παιδί του, ακούει για δεύτερη φορά ότι δεν έχει δικαίωμα να ξέρει όλη την αλήθεια, ότι δεν μπορεί να επιλέξει εργαστήρια του εξωτερικού, ότι πρέπει να αρκεστεί σε ό,τι αποφασίσει το «σύστημα».
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχουν καταγγελθεί περιπτώσεις όπου σε σακούλες με οστά που δόθηκαν σε συγγενείς βρέθηκαν πολλαπλά οστικά τμήματα, όχι όλα ταυτοποιημένα, ενισχύοντας το αίσθημα ότι ακόμη και πάνω στους νεκρούς τα πράγματα δεν έγιναν με τη μέγιστη δυνατή φροντίδα και επιστημονική σοβαρότητα. Όταν οι οικογένειες φτάνουν στο σημείο να λένε ότι «δώσατε πίσω σακούλες με οστά και δεν μπορούμε να ξέρουμε τι ακριβώς θάψαμε», δεν μπορεί κανείς να μιλά για «θεσμική κανονικότητα».
Σε αυτό το φόντο, η απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι στο Σύνταγμα είναι μια κραυγή που δεν επιτρέπεται να περάσει σιωπηλά. Ένας πατέρας, που έχασε το παιδί του στα Τέμπη, δηλώνει ότι θα μείνει εκεί «κι ας πεθάνει», διεκδικώντας απλώς το δικαίωμα στην εκταφή και σε ανεξάρτητες εξετάσεις – και αυτό το κράτος τον αφήνει να λιμοκτονεί στην πλατεία, αντί να του ανοίξει όλες τις πόρτες της αλήθειας.
Δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Είναι κομμάτια του ίδιου παζλ: των ιδιωτικοποιημένων σιδηροδρόμων που παραμένουν «δραματικά χειρότεροι», της προσπάθειας να μετατραπεί ένα κοινωνικό έγκλημα σε ατομικό λάθος, της στοχοποίησης των πληγέντων και των συνδικάτων που διεκδικούν δικαιοσύνη, της μόνιμης επίθεσης στο δικαίωμα της κοινωνίας να ξέρει.
Γι’ αυτό, για εμάς στον ΠΑΝΣΥΠΟ, το «Τέμπη» δεν είναι μια ακόμη μαύρη επέτειος, αλλά γραμμή διαχωρισμού: από τη μία, ένα σύστημα που θεωρεί αναλώσιμες τις ζωές, από την άλλη, μια κοινωνία που σηκώνεται όρθια και λέει «ως εδώ». Κάθε δημόσιος υπάλληλος, κάθε εργαζόμενος, κάθε νέος άνθρωπος έχει λόγο να βγει στον δρόμο – γιατί όλοι ταξιδεύουμε σε αυτές τις ράγες, όλοι μπορούμε να βρεθούμε στη θέση των θυμάτων και των οικογενειών τους.
Κάλεσμα συμμετοχής
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ στηρίζει το κάλεσμα του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων και των εργατικών κέντρων για μαζική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις σε όλη τη χώρα, και ειδικά στο συλλαλητήριο της Αθήνας, το Σάββατο 28 Φλεβάρη, στις 12:00, στο Σύνταγμα.
Καλούμε όλα τα μέλη μας, τους εργαζόμενους στον Δημόσιο Τομέα, τη νεολαία, τους ανέργους, τους συνταξιούχους να συμμετέχουν με τα πανό, τα σωματεία, τις οικογένειές τους, για να φωνάξουμε όλοι μαζί:
-
Δεν ήταν ατύχημα – ήταν έγκλημα.
-
Όλων των νεκρών θα γίνουμε φωνή.
-
Ή τα κέρδη τους ή οι ζωές μας.
Τρία χρόνια μετά, δεν ζητάμε απλώς «δικαίωση». Απαιτούμε αλήθεια, πλήρη πολιτική και ποινική λογοδοσία και ασφαλείς, δημόσιες, κοινωνικά ελεγχόμενες υποδομές, ώστε να μην υπάρξουν ποτέ ξανά «Τέμπη».
Το Δ.Σ. του Συλλόγου
















