Βρεφονηπιακός Σταθμός Σαλαμίνας: πέντε χρόνια καθυστέρηση, ανεκτέλεστο έργο, διαγωνισμός χωρίς πραγματικό ανταγωνισμό και έκπτωση – παρωδία 1%
2,9 εκατ. ευρώ για βρεφονηπιακό σταθμό 820 τ.μ., πρόκληση για την κοινωνία
Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΕ – τ. ΟΕΚ καταγγέλλει, με πλήρη τεκμηρίωση, τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε ο διαγωνισμός για τον Βρεφονηπιακό Σταθμό Σαλαμίνας, αναδεικνύοντας μια αλληλουχία διοικητικών επιλογών και διαδικασιών που εγείρουν σοβαρά ζητήματα διαφάνειας, ανταγωνισμού και ορθολογικής διαχείρισης δημόσιου χρήματος. Ένα έργο που παρουσιάστηκε το 2021 ως άμεσης προτεραιότητας, πέντε χρόνια μετά παραμένει ανεκτέλεστο, ενώ στο μεταξύ αλλάζει σχεδιασμό, αγνοεί και εγκαταλείπει προμελέτη που πληρώθηκε με δημόσιο χρήμα και τελικά οδηγείται σε μια διαδικασία με ελάχιστο ή ανύπαρκτο ουσιαστικό ανταγωνισμό.
Το 2023 επιλέχθηκε η λύση προκατασκευασμένου σταθμού(προκάτ) και ανατέθηκε προμελέτη ύψους περίπου 25.000 ευρώ, η οποία χρηματοδοτήθηκε από τον προϋπολογισμό της Υπηρεσίας. Το 2024 η επιλογή αυτή εγκαταλείπεται χωρίς τεκμηριωμένη αιτιολόγηση, χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι η λύση ήταν τεχνικά ή λειτουργικά ακατάλληλη ή ότι υπήρχε τεκμηριωμένη υπέρτερη εναλλακτική. Το έργο επανασχεδιάζεται, επαναδημοπρατείται με εντελώς διαφορετικό πλαίσιο και ουσιαστικά μηδενίζεται η αξία της πληρωμένης μελέτης, η οποία μένει αναξιοποίητη και μετατρέπεται σε άγονη δημόσια δαπάνη, χωρίς κανείς να αναλαμβάνει την ευθύνη αυτής της επιλογής.
Η διακήρυξη του έργου υιοθετεί το σύστημα «μελέτη – κατασκευή» (design–build), με κατ’ αποκοπή τίμημα και κριτήριο ανάθεσης τη βέλτιστη σχέση ποιότητας – τιμής, στο οποίο η τεχνική αξιολόγηση υπερισχύει συντριπτικά της οικονομικής (70% έναντι 30%). Αντί να δημοπρατηθεί ένα έργο με πλήρη, οριστική μελέτη και σαφώς προσδιορισμένο φυσικό αντικείμενο, ο σχεδιασμός μεταφέρεται στους διαγωνιζόμενους, οι οποίοι καλούνται να καταθέσουν ταυτόχρονα τεχνική μελέτη και οικονομική προσφορά, με την τεχνική βαθμολόγηση να αποτελεί το πραγματικό «κλειδί» της ανάθεσης. Στην πράξη, αυτό σημαίνει αυξημένο κόστος συμμετοχής, μεγαλύτερη πολυπλοκότητα, αυξημένο ρίσκο και, τελικά, σοβαρό περιορισμό του πεδίου των υποψήφιων αναδόχων, με άμεση επίπτωση στην ένταση του ανταγωνισμού και στο επίπεδο της προσφερόμενης έκπτωσης.
Το οικονομικό αποτέλεσμα του διαγωνισμού είναι αποκαλυπτικό: σε έργο προϋπολογισμού περίπου 2,9 εκατομμυρίων ευρώ, η τελική έκπτωση ανήλθε μόλις σε 1%, δηλαδή περίπου 29.000€. Αν στο ίδιο έργο είχε επιτευχθεί μια απολύτως συνήθης έκπτωση της τάξης του 15%, η εξοικονόμηση για το Δημόσιο θα έφθανε περίπου τις 435.000€. Την ίδια περίοδο, σε αντίστοιχα έργα βρεφονηπιακών σταθμών με κανονικούς ανοικτούς μειοδοτικούς διαγωνισμούς, πλήρεις μελέτες και σαφώς προσδιορισμένο αντικείμενο, οι εκπτώσεις κυμαίνονται σταθερά σε διψήφια ποσοστά, από 12% έως και άνω του 23%, με εξοικονόμηση εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ για κάθε έργο.
Τα στοιχεία του πίνακα δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Σε όλα τα παραπάνω έργα, με κανονικούς διαγωνισμούς και πραγματικό ανταγωνισμό, επιτυγχάνονται σημαντικές εκπτώσεις και το Δημόσιο εξοικονομεί συστηματικά εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, ενώ μόνο στη Δ.ΥΠ.Α καταλήγουμε στο 1% και σε ουσιαστικά μηδενική έκπτωση.
Πέρα από την έκπτωση, το ίδιο το κόστος κατασκευής του σταθμού είναι προκλητικά υψηλό: για κτίριο περίπου 820 τ.μ., το συμβατικό τίμημα οδηγεί σε κόστος της τάξης των 3.500 €/τ.μ, επίπεδο που υπερβαίνει συνήθη κόστη κοινωνικών υποδομών αντίστοιχης κλίμακας και δημιουργεί εύλογες υπόνοιες κακοδιαχείρισης και εσφαλμένων επιλογών στον σχεδιασμό του διαγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολίτες δοκιμάζονται από την ακρίβεια και την υποχρηματοδότηση κρίσιμων κοινωνικών δομών, η επιλογή ενός ακριβού, χαμηλής έκπτωσης έργου, για μια υποδομή με τόσο κρίσιμο κοινωνικό αποτύπωμα, συνιστά πρόκληση για την κοινωνία και ευθεία προσβολή της αρχής της χρηστής διοίκησης.
Ο τρόπος με τον οποίο δομήθηκε ο διαγωνισμός περιορίζει μεθοδικά τον ανταγωνισμό. Το σύστημα «μελέτη – κατασκευή», σε συνδυασμό με την απαίτηση κατάθεσης πλήρους τεχνικής πρότασης και μελέτης από τους υποψήφιους, αυξάνει σημαντικά το κόστος και την πολυπλοκότητα της συμμετοχής, καθώς ο οικονομικός φορέας καλείται να επενδύσει σε ουσιαστική μελετητική εργασία χωρίς καμία διασφάλιση ανάθεσης, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά για μεγάλο μέρος της αγοράς.
Η στάθμιση των κριτηρίων ανάθεσης με βαρύτητα 70% στην τεχνική προσφορά και μόλις 30% στην οικονομική υποβαθμίζει εκ των πραγμάτων τη σημασία της τιμής. Η οικονομική έκπτωση παύει να είναι καθοριστικός παράγοντας και υποκαθίσταται από αξιολογικά, συχνά υποκειμενικά, τεχνικά κριτήρια. Οι απαιτήσεις σε οργανωτική δομή, εμπειρία σε σύνθετα έργα, τεκμηριωμένες διαδικασίες διαχείρισης, αναλυτική μεθοδολογία υλοποίησης, σε συνδυασμό με κριτήρια που αφορούν την εμπειρία προηγούμενων συμβάσεων και την αξιοπιστία χρονοδιαγραμμάτων, περιορίζουν ουσιαστικά το πεδίο των δυνητικών συμμετεχόντων σε λίγους οικονομικούς φορείς υψηλής συγκέντρωσης τεχνογνωσίας.
Η διακήρυξη ενσωματώνει, επιπλέον, μηχανισμούς αποκλεισμού ήδη στο στάδιο της τεχνικής αξιολόγησης, καθώς η μη επίτευξη ελάχιστων βαθμολογιών συνεπάγεται απόρριψη της προσφοράς πριν καν εξεταστεί το οικονομικό σκέλος. Η απαίτηση υψηλών εγγυητικών επιστολών μεγάλης χρονικής διάρκειας, η πλήρης απουσία προκαταβολής στην ανάδοχο εταιρεία και η υποχρέωση παροχής εγγύησης καλής εκτέλεσης επιβαρύνουν περαιτέρω το χρηματοοικονομικό κόστος συμμετοχής και αποθαρρύνουν ιδιαίτερα μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Όλα τα παραπάνω δημιουργούν μια διαδικασία υψηλής πολυπλοκότητας, περιορισμένης προσβασιμότητας και αυξημένων κινδύνων για τους οικονομικούς φορείς, η οποία ευνοεί λίγους και αποθαρρύνει τους πολλούς. Η κατάληξη σε ελάχιστο αριθμό συμμετεχόντων -αν όχι ενός- και σε αποτέλεσμα με έκπτωση μόλις 1% δεν μπορεί να εκληφθεί ως τυχαία εξέλιξη της αγοράς, αλλά ως άμεση συνέπεια του τρόπου με τον οποίο δομήθηκε ο διαγωνισμός. Η εικόνα που σχηματίζεται είναι εκείνη ενός διαγωνισμού «κομμένου και ραμμένου» στα μέτρα του αναδόχου, με την τυπική επίκληση της «βέλτιστης σχέσης ποιότητας – τιμής» να λειτουργεί ως πρόσχημα για την αποδυνάμωση του οικονομικού ανταγωνισμού.
Επιπλέον, μέχρι σήμερα δεν έχουν δημοσιοποιηθεί στο σύνολό τους τα πρακτικά της επιτροπής αξιολόγησης, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο πλήρης έλεγχος του αριθμού και της φύσης των συμμετεχόντων, των λόγων τυχόν αποκλεισμών, της αναλυτικής συγκριτικής αξιολόγησης των τεχνικών και οικονομικών προσφορών και των αιτιολογιών που οδήγησαν στη συγκεκριμένη κατάταξη και κατακύρωση. Η ελλιπής δημοσιοποίηση κρίσιμων στοιχείων περιορίζει δραστικά τη δυνατότητα ουσιαστικού δημόσιου ελέγχου, αντίκειται στην αρχή της διαφάνειας και ενισχύει την αίσθηση ότι πολλά σημαντικά δεδομένα κρατούνται μακριά από την κοινωνία, τους εργαζόμενους και τους χρήστες της υπηρεσίας.
Συνολικά, έχουμε μπροστά μας ένα έργο που ξεκινά με έναν σχεδιασμό και τον εγκαταλείπει, μια προμελέτη που πληρώνεται και δεν αξιοποιείται, μια διακήρυξη χωρίς επαρκή ποσοτικοποίηση, μια διαδικασία με περιορισμένη συγκρισιμότητα προσφορών, μια εξέλιξη που οδηγεί σε ελάχιστους συμμετέχοντες και, τελικά, ένα αποτέλεσμα με ουσιαστικά μηδενική έκπτωση και εξωφρενικά υψηλό κόστος ανά τετραγωνικό μέτρο. Τα στοιχεία αυτά, όταν εξεταστούν συνδυαστικά, δεν μπορούν να θεωρηθούν μεμονωμένα ή συγκυριακά, αλλά συνθέτουν μια συνολική εικόνα διοικητικής ανεπάρκειας, υποβάθμισης του ανταγωνισμού και αναποτελεσματικής αξιοποίησης δημόσιων πόρων.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, ο Σύλλογός μας ζητά: την πλήρη και άμεση δημοσιοποίηση όλων των πρακτικών και στοιχείων του διαγωνισμού, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών και οικονομικών αξιολογήσεων, των αιτιολογιών αποκλεισμών και της πλήρους τεκμηρίωσης των βαθμολογιών, την παροχή αναλυτικής τεχνικής τεκμηρίωσης του έργου, με σαφή περιγραφή των χώρων, επιφανειών και προμετρήσεων, καθώς και αιτιολογημένης σύγκρισης με εναλλακτικές λύσεις χαμηλότερου κόστους, την πλήρη αιτιολόγηση της εγκατάλειψης της αρχικής επιλογής προκατασκευασμένου σταθμού και της μη αξιοποίησης της προμελέτης που πληρώθηκε με δημόσιους πόρους, τη διενέργεια ενδελεχούς ελέγχου, από τα αρμόδια όργανα, ως προς τη διασφάλιση του ανταγωνισμού, την αναλογικότητα των όρων συμμετοχής και την αποτελεσματική-συνετή διαχείριση του δημόσιου χρήματος.
Το ζήτημα του Βρεφονηπιακού Σταθμού Σαλαμίνας δεν αφορά μόνο ένα έργο, έναν διαγωνισμό ή μια υπηρεσία. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται, δημοπρατούνται και υλοποιούνται κρίσιμες κοινωνικές υποδομές, την ποιότητα της διοίκησης, την ουσία της διαφάνειας και τον σεβασμό στο δημόσιο χρήμα σε μια περίοδο που κάθε ευρώ μετρά. Η διασφάλιση της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης των ιδιωτικών οικονομικών φορέων και της ορθολογικής διαχείρισης των πόρων αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για να εμπιστεύεται η κοινωνία τη Δ.ΥΠ.Α και τον ρόλο της.
Η Δ.ΥΠ.Α οφείλει να δώσει σαφείς, τεκμηριωμένες και δημόσιες απαντήσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση του Βρεφονηπιακού Σταθμού Σαλαμίνας θα αποτελεί μνημείο διοικητικής αποτυχίας και πρόκληση απέναντι στους πολίτες, τους εργαζόμενους και τα παιδιά που υποτίθεται ότι εξυπηρετεί.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΛΙΒΕΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
















